Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

study of meaning


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο meaning παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: study | of
Σε αυτή τη σελίδα: meaning, mean

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meaning n (sense of a word)σημασία, έννοια ουσ θηλ
  νόημα ουσ ουδ
 What is the meaning of 'lean'?
 Ποια είναι η σημασία (or: έννοια) της λέξης «σκύβω»;
 Ποιο είναι το νόημα της λέξης «σκύβω»;
meaning n (significance)σημασία ουσ θηλ
  νόημα ουσ ουδ
 He thought hard, trying to find the meaning of the puzzle clue.
 Σκεφτόταν πυρετωδώς, προσπαθώντας να βρει τη σημασία (or: το νόημα) του στοιχείου του γρίφου.
meaning n (intent)νόημα ουσ ουδ
  έννοια, σημασία ουσ θηλ
 It's hard to tell with a typed message if someone's meaning is literal or ironic.
 Είναι δύσκολο να καταλάβεις από ένα γραπτό μήνυμα αν το νόημα είναι κυριολεκτικό ή ειρωνικό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
meaning n (importance)σημασία ουσ θηλ
 Events in Africa often have no meaning for people in India. It doesn't affect their lives at all.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mean [sth] vtr (word: signify)σημαίνω ρ μ
  (μτφ, καθομιλουμένη)θα πει έκφρ
  πάει να πει έκφρ
 What does the word 'available' mean?
 Τι σημαίνει η λέξη «available»;
 Τι θα πει «available»;
 Τι πάει να πει «available»;
mean to do [sth] v expr (intend) (να κάνω κάτι)θέλω ρ μ
  έχω σκοπό, έχω πρόθεση ρ έκφρ
 I'm sorry. I never meant to hurt you.
 Συγγνώμη. Δεν ήθελα (or: είχα σκοπό) να σε πληγώσω.
mean to vi + prep (intend)θέλω ρ μ
  έχω πρόθεση, έχω σκοπό ρ έκφρ
 Did I just step on your foot? Sorry. I didn't mean to.
 Σου πάτησα το πόδι; Συγγνώμη, δεν το ήθελα.
 Σου πάτησα το πόδι; Συγγνώμη, δεν το είχα σκοπό (or: πρόθεση).
mean [sth] vtr (signify)σημαίνω ρ μ
  (μτφ, καθομιλουμένη)θα πει, πάει να πει περίφρ
 A green light means "go."
 My father's approval means a lot to me.
 Το πράσινο φως σημαίνει «φύγαμε».
mean [sth],
mean that [sth]
vtr
(with a clause: signify) (ότι/πως)σημαίνω ρ μ
  (μτφ, καθομιλουμένη)θα πει, πάει να πει περίφρ
 When the dog barks, it means that there is danger nearby.
mean [sth] vtr (say sincerely)εννοώ ρ μ
 I really mean it when I say you're beautiful.
 Το εννοώ πραγματικά όταν λέω ότι είσαι όμορφη.
mean [sth/sb] vtr (allude to)εννοώ ρ μ
 I don't mean her, I mean her husband!
 Δεν εννοώ αυτήν, εννοώ τον άντρα της.
mean adj (stingy, miserly)τσιγκούνης επίθ
  (καθομιλουμένη)μίζερος επίθ
 He is a mean man, unlike his generous brother.
 Είναι τσιγκούνης, όχι σαν τον γενναιόδωρο αδερφό του.
mean adj informal (malicious, unkind)κακός, μοχθηρός επίθ
  (προσβλητικό)χυδαίος, ποταπός επίθ
  (επίσημο)κακόβουλος επίθ
  (καθομιλουμένη)κακία ουσ θηλ
 That was a mean thing you did.
 Αυτό που έκανες ήταν κακία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mean adj (inferior)κακός επίθ
 That's a mean imitation of an artwork.
 Είναι μια κακή απομίμηση ενός έργου τέχνης.
mean adj (low in rank, station)απλός επίθ
 My grandmother was just a mean factory worker.
 Η γιαγιά μου ήταν μια απλή υπάλληλος εργοστασίου.
mean adj (base)ποταπός, τιποτένιος επίθ
 His motives are mean and vile.
 Τα κίνητρά του είναι ποταπά (or: τιποτένια) και χυδαία.
mean adj (ill-tempered)κακός επίθ
  (μτφ: χαρακτήρας)άσχημος επίθ
  (μεταφορικά)δύσκολος επίθ
 He has a mean disposition, and grumbles at everything.
 Έχει κακό χαρακτήρα και γκρινιάζει με τα πάντα.
 Είναι δύσκολος χαρακτήρας και γκρινιάζει με τα πάντα.
mean adj (malevolent)κακόβουλος, κακοπροαίρετος επίθ
  κακός επίθ
 He has a mean streak - you can see it in his eyes.
 Έχει κακά στοιχεία ο χαρακτήρας του - φαίνεται στα μάτια του.
mean adj (shabby)άθλιος επίθ
  (ρούχα)κουρελιασμένος μτχ πρκ
 She was dressed in old and mean clothes, but was still the prettiest girl there.
 Φορούσε άθλια (or: κουρελιασμένα) ρούχα, αλλά και πάλι ήταν η πιο όμορφη κοπέλα στο χώρο.
mean adj slang (impressive) (μεταφορικά, αργκό)κολασμένος μτχ πρκ
  άπαιχτος επίθ
 The bartender makes a mean martini.
 Ο μπάρμαν φτιάχνει κολασμένα μαρτίνι.
mean adj slang (skilful) (μτφ, καθομιλουμένη)φοβερός επίθ
  απίθανος επίθ
  (αργκό)άπαιχτος επίθ
 That Frank is a mean bricklayer.
 Αυτός ο Φρανκ είναι φοβερός χτίστης.
mean adj (intermediate, average)μέσος επίθ
 The mean score on the test was 70%.
 Η μέση βαθμολογία στο τεστ ήταν 70%.
mean n (middle point)μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ
 Today's temperature is near the mean for this time of year.
 Η σημερινή θερμοκρασία είναι κοντά στο μέσο όρο για αυτή την εποχή του χρόνου.
mean n (mathematics: average)μέσος όρος φρ ως ουσ αρσ
  μέση τιμή φρ ως ουσ θηλ
 The mean is the average value of a set of numbers.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μπορείς να υπολογίσεις τον μέσο όρο αυτών των αριθμών;
means,
plural: means
n
(method, way)μέσο ουσ ουδ
  τρόπος ουσ αρσ
  μέθοδος ουσ θηλ
 Laura took up painting as a means of dealing with stress.
 Η Λώρα ξεκίνησε να ζωγραφίζει ως τρόπο για να αντιμετωπίσει το άγχος της.
means npl (methods, tools)μέσα ουσ ουδ πλ
 With his tools and his brain, he had the means to repair any stove.
 Με τα εργαλεία και το μυαλό του έχει τα μέσα να επιδιορθώσει οποιονδήποτε φούρνο.
means npl (money, wealth)μέσα ουσ ουδ πλ
  πόροι ουσ αρσ πλ
 Kevin lacks the means to buy a sports car.
 Ο Κέβιν δεν έχει τα μέσα για να αγοράσει σπορ αυτοκίνητο.
mean to do [sth] vi + prep (be determined) (να κάνω κάτι)είμαι αποφασισμένος ρ έκφρ
 I mean to win that race, even if it kills me!
 Είμαι αποφασισμένος να κερδίσω τον αγώνα, ακόμα κι αν αυτό με σκοτώσει!
mean (to do [sth]) vtr (intend) (να κάνω κάτι)σκοπεύω ρ μ
 Tony means to finish his drink in one gulp.
 Ο Τόνι σκοπεύει να τελειώσει το ποτό του με μια γουλιά.
mean [sth] vtr (entail)σημαίνω ρ μ
  (μτφ, καθομιλουμένη)θα πει, πάει να πει έκφρ
 A delay in our flight means a missed connection.
 Η καθυστέρηση σε αυτήν την πτήση σημαίνει (or: θα πει) ότι θα χάσουμε και την επόμενη.
mean [sth] vtr informal (likely to result in)σημαίνω ρ μ
 This means war!
 Αυτό σημαίνει πόλεμο!
mean doing [sth] vtr (with gerund: involve)σημαίνω ρ μ
  συνεπάγομαι ρ μ
 No, I can't take you to your sister's house now, as that would mean driving across town and back in the rush hour.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
meaning | mean
ΑγγλικάΕλληνικά
accepted meaning n (common definition or use)αποδεκτή σημασία, αποδεκτή έννοια ουσ θηλ
 Dictionaries explain the accepted meanings of words.
deeper meaning n (subtext, greater significance)βαθύτερο νόημα επίθ + ουσ ουδ
 After becoming religious, Julie found deeper meaning in the most mundane of tasks.
double meaning n (ambiguity)αμφισημία ουσ θηλ
 Much of the humour in Shakespeare's writing comes from double meanings.
full of meaning adj (deeply symbolic or significant)βαθυστόχαστος επίθ
 That song is full of meaning to me.
give meaning to [sth],
give [sth] meaning
v expr
(make [sth] significant)δίνω νόημα σε κτ έκφρ
 When a student tells me how I helped him in life, it gives meaning to everything I do.
hidden meaning n (subtext)κρυφό νόημα επίθ + ουσ ουδ
  κρυμμένο νόημα μτχ πρκ + ουσ ουδ
 If you dissect the pun in that sentence, it carries an additional hidden meaning.
literal meaning n (strict, not figurative sense)κυριολεκτικό/ακριβές νόημα έκφρ
 When people say they are dying to see you, they don't expect you to take the literal meaning.
new meaning n (enhanced or additional significance)νέο νόημα ουσ ουδ
 The spoiled kid gave new meaning to the word "brat.".
real meaning n (true significance)πραγματική σημασία επίθ + ουσ θηλ
  κυριολεκτική σημασία επίθ + ουσ θηλ
 The real meaning of the word decimate is to kill one man in ten.
real meaning n (deep significance)αληθινό νόημα επίθ + ουσ ουδ
 Love is the real meaning of life.
strict meaning n (literal or original sense)ακριβής σημασία επίθ + ουσ θηλ
 The strict meaning of the word “Jew” is an Israelite of the tribe of Juda.
symbolic meaning n (what [sth] represents)συμβολισμός ουσ αρσ
 Flowers often have a symbolic meaning; red roses represent love, for example.
 Τα λουλούδια συχνά έχουν συμβολική σημασία, για παράδειγμα, τα κόκκινα τριαντάφυλλα αντιπροσωπεύουν τον έρωτα.
true meaning n (real significance)πραγματικό νόημα ουσ ουδ
 All of the holiday advertising makes us forget the true meaning of Christmas.
underlying meaning n (implicit significance, subtext)κρυμμένο μήνυμα επίθ + ουσ ουδ
  υποβόσκον μήνυμα επίθ + ουσ ουδ
 I had a hard time trying to determine the poem's underlying meaning.
well-meaning,
well meaning
adj
(having good intentions)που έχει καλή πρόθεση περίφρ
  (συνήθως στον πληθυντικό)που έχει καλές προθέσεις περίφρ
  καλοπροαίρετος επίθ
Σχόλιο: The hyphen may be omitted when the adjective follows the noun.
 Sandra is well meaning, but can be a bit annoying.
 Η Σάντρα έχει καλή πρόθεση, αλλά μπορεί να γίνει λίγο ενοχλητική.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση study of meaning στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «study of meaning».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!